Γιατί να μην είναι έτσι όλοι οι Έλληνες ρε… φίλε μου!

Από τη στήλη «Ιστορίες του δρόμου» της Χριστίνας Φωτεινοπούλου

FacebookTwitterEmailShare

Λοιπόν ξέρετε τι μου αρέσει σε εμένα; Πέραν του γεγονότος βέβαια ότι είμαι η ξανθιά δίμετρη Σουηδέζα θεά που όλοι έχετε προσέξει στους αγώνες, είναι ότι πάντα, μα πάντα, κάτι θα πάθω πριν από τον επικείμενο αγώνα μου. Δεν είναι ανάγκη να είναι κάτι σοβαρό. Ένα απλό στραμπούλιγμα ή ένα φαγητό που με πείραξε, φτάνουν. Πάντα όμως, με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού, κάτι θα πάθω το προηγούμενο βράδυ ή ακόμα και το ίδιο το πρωί.

Έτσι, όταν την Τρίτη 27 Ιουλίου ξύπνησα διπλωμένη στα δύο από τους ασυνήθιστα δυνατούς πόνους μιας απρόσμενης γυναικείας αδιαθεσίας, δεν απόρησα καθόλου. Βλέπετε το ίδιο βράδυ ήταν το νυχτερινό Aquathlon στον Σχινιά και ακόμα δεν είχα πάθει τίποτα! Καιρός δεν ήταν να πάθω κάτι; Χαρούμενη που όλα πήγαιναν ρολόι λοιπόν, σηκώθηκα να πάω στο γραφείο. Αδιάθετη ξε-αδιάθετη, σε ακριβώς 12 ώρες θα βρισκόμουν στη θάλασσα να κολυμπάω και να τρέχω κάτω από το φως του φεγγαριού με την υπόσχεση κρύας μπίρας και ζεστών λουκάνικων στον τερματισμό – γιάμμμμμι! Φέρτε μου οικονομικούς ισολογισμούς και αδιαθεσίες να σκοτώσω – έχω τα κέφια μου σήμερα!

Λίγο μετά τις οχτώ και χωρίς άλλα απρόοπτα, είχα φτάσει στον Σχινιά και μαζί με καλούς φίλους περίμενα στην ουρά για να παραλάβω τον αριθμό μου. Η θέα κατά τη διάρκεια της αναμονής ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για τους άντρες της παρέας, καθώς περνούσαν πολλές εντυπωσιακές, γυναικείες παρουσίες. Το ενδιαφέρον τους φυσικά δεν πέρασε απαρατήρητο από τις γυναίκες τους με αποτέλεσμα μερικούς ελαφρούς, εντελώς τυχαίους πρέπει να τονίσω, τραυματισμούς των εν λόγω αντρών. Φυσικά εγώ δεν χρειάστηκε να τραυματίσω κάποιον καθότι είμαι η γνωστή Σουηδέζα που σας είπα στην αρχή, αλλά απλά σιγοντάριζα για λόγους συμπαράστασης. Τελικά οι άντρες τη γλίτωσαν όταν ξεκίνησε η ενημέρωση των αθλητών.

Εκεί έχασα κάποιες πληροφορίες πρέπει να ομολογήσω γιατί μέσα στην ωριμότητα που με διακρίνει ως άνθρωπο και από ό, τι φαίνεται τη διαχέω και στη υπόλοιπη παρέα, προσπαθούσα να φορέσω το φωσφορίζον κολιέ και τα βραχιολάκια που μας είχαν δώσει οι διοργανωτές για να μας βρίσκουν μέσα στο σκοτάδι. Καθώς οι γυναίκες θέλαμε ροζ χρώμα και όχι κίτρινο, ζητιανεύαμε από τους άντρες τα δικά τους τα οποία και τελικά μας έδωσαν για να καταφέρουν να ακούσουν αυτοί την ενημέρωση.

Μια συμβουλή πάντως που άκουσα και τελικά και ακολούθησα, ήταν να τρέξουμε ξυπόλητοι γιατί θα ήταν πιο εύκολο. Όταν κατά τις 9 πια δόθηκε η εκκίνηση και ξεκινήσαμε να κολυμπάμε, χάρηκα γιατί η θάλασσα ήταν εξαιρετικά ζεστή. Το κολύμπι μέσα στο σκοτάδι ήταν μια καινούρια εμπειρία αφού μέσα στη θάλασσα δεν βλέπεις απολύτως τίποτα και περιττό να πω ότι αν δεν είχα άλλους αθλητές γύρω μου ούτε δέκα μέτρα δε θα κολυμπούσα μέσα στο κατασκόταδο, όχι 7 5 0 μέτρα που ήταν ο αγώνας. Και βέβαια για να μην ξεχνιόμαστε, μόλις δύο λεπτά μετά την εκκίνηση αγκάλιασα μια θανατηφόρα τσούχτρα και τα πλοκάμια της. Το αποτέλεσμα ήταν καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα να καίει το χέρι μου, ενώ σύντομα το ακολούθησε και το άλλο χέρι αλλά και το δεξί πόδι, με την βοήθεια πάντα των καλών καινούριων φιλενάδων μου, των τσουχτρών.

Όταν βγήκα από το νερό, φόρεσα τον αριθμό μου και άρχισα να τρέχω πλάι στο κύμα. Μπροστά μου έβλεπα μόνο κάτι φωσφορίζοντα κολιέ και βραχιόλια να αιωρούνται ρυθμικά, σαν φλουό εξωγήινους βγαλμένους από ταινία επιστημονικής φαντασίας του 1970. Τρέχαμε κατά μήκος της παραλίας με τη θάλασσα δεξιά μας και το ολοστρόγγυλο φεγγάρι να ανατέλλει ακριβώς μπροστά μας. Στην παραλία λιγοστά ζευγαράκια και ψαράδες παρακολουθούσαν την βραδινή προσπάθεια των αθλητών. Ένας από αυτούς είχε στηρίξει τα καλάμια του στην άμμο και μας παρακολουθούσε καπνίζοντας την πίπα του. Η εικόνα του ψαρά με τα καλάμια του ήταν τόσο ήρεμη και τόσο ταιριαστή με το χώρο, που όταν τον άκουσα να μουρμουρίζει ενώ πέρναγα από δίπλα του, ξαφνιάστηκα. Δεν περιμένεις από έναν πίνακα να μιλήσει. Και ακόμα περισσότερο δεν περίμενα να ακούσω αυτό που είπε. Γιατί μέσα στην ήρεμη νύχτα με πανσέληνο, μακριά από το θόρυβο της κρίσης και των απεργιών, αυτό που μουρμούρισε ήταν μια μεγάλη αλήθεια. «Γιατί να μην είναι έτσι όλοι οι Έλληνες ρε… φίλε μου». Και σίγουρα δεν εννοούσε την αδιάθετη, τσιμπημένη από τσούχτρες Χριστίνα. Θέλω να σκέφτομαι ότι εννοούσε τους εργαζόμενους, τσιμπημένους από τσούχτρες αλλά απτόητους, μέσα στην ευτυχία και το κέφι αθλητές που ξεκίνησαν αμέσως μετά τη δουλειά τους με σκοπό να τρέξουν μέσα στη φύση. Τι πιο ευγενικό, τι πιο αληθινό, τι πιο όμορφο. Και με την επιδοκιμασία του ψαρά. Πώς να με απασχολήσει εμένα τώρα μια ατίθαση αδιαθεσία;

Δημοσίευση στο Runner nο. 42, της Χριστίνας Φωτεινοπούλου

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Σχόλια

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Από τη στήλη «Ιστορίες του δρόμου» της Χριστίνας Φωτεινοπούλου
Από τη στήλη «Τρέχοντας» της Αγγελικής Κοσμοπούλου
Γιατί κάθε μέρα είναι μία ωραία μέρα για τρέξιμο
Back to Top