Νίκος Πολιάς: Ο άνθρωπος πίσω από τα 100 τεύχη

Συνέντευξη του Νίκου Πολιά για τα 100 τεύχη Runner Magazine

Share

ΦΩΤΟ: Μάριος Θεολόγης (Math Studio)

Λίγοι μήνες είχαν περάσει από τη συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας και ο πολυνίκης μαραθωνοδρόμος Νίκος Πολιάς ετοιμαζόταν για ένα νέο ξεκίνημα: Tην έκδοση του πρώτου περιοδικού στην Ελλάδα που θα ήταν αφιερωμένο στο τρέξιμο. Η μετάβαση από τον πρωταθλητισμό στην εργασία δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ούτε υπήρχαν σαφείς ενδείξεις ότι αυτή η πρωτοβουλία θα πετύχαινε. Άλλωστε, το 2005 το τρέξιμο δεν είχε γνωρίσει ακόμη τη διάδοση των ημερών μας. Ο Πολιάς έπρεπε να στηθεί ξανά στην αφετηρία ενός διαφορετικού αγώνα.

Το εγχείρημα τελικά πέτυχε. Με το περιοδικό που κρατάτε στα χέρια σας, το Runner συμπληρώνει 100 τεύχη. Αυτό δεν ήταν δεδομένο πριν από 12 χρόνια. Ο Πολιάς δεν περίμενε ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 θα σηματοδοτούσαν το τέλος της δρομικής του καριέρας. Είχε πετύχει τότε πανελλήνια επίδοση στην κλασική διαδρομή και θεωρούσε ότι θα μπορούσε να βελτιωθεί κι άλλο. Η ηλικία του το επέτρεπε, ήταν ακόμη 33 ετών. Το σώμα του, όμως κουβαλούσε μεγάλη καταπόνηση από την προετοιμασία που είχε προηγηθεί. «Πριν τους αγώνες και κάνοντας μεγάλη προσπάθεια για να λάβω μέρος, έκανα αρκετή ζημιά στο πόδι μου, στην άρθρωση του ισχίου», λέει. «Χρειαζόταν μεγάλος χρόνος αποκατάστασης και αυτό με κράτησε μακριά από το τρέξιμο».

Η –προσωρινή όπως υπολόγιζε αποχή– ήρθε σε κομβικό σημείο. Έπρεπε πλέον να σκεφτεί και το θέμα του βιοπορισμού. Είχε αποφοιτήσει από τη σχολή Μηχανολόγων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, δεν είχε όμως ασκήσει ακόμη το επάγγελμα. Τότε, το Δεκέμβριο του 2004, ο Σπύρος Παπαγεωργίου, εκδότης του περιοδικού Μbike (εντύπου αφιερωμένου στην ποδηλασία) του πρότεινε να συμμετάσχει στην προσπάθεια δημιουργίας περιοδικού για το τρέξιμο. Μέχρι τότε δεν κυκλοφορούσε κάτι αντίστοιχο στην ελληνική αγορά. Άλλες πρωτοβουλίες αθλητικών περιοδικών δεν είχαν την ίδια εξειδίκευση και θεματικά παρέμεναν εστιασμένα κυρίως στην επικαιρότητα.
Η ιδέα σταδιακά ωρίμασε, ώσπου τυπώθηκε το πρώτο τεύχος του Runner. Το τιράζ ήταν μεγάλο: κυκλοφόρησαν 20.000 περιοδικά. Φυσικά δεν διατέθηκαν όλα, αλλά το πρώτο δείγμα παρά τις όποιες επιφυλάξεις –ακόμη και από ανθρώπους του στίβου– ήταν αρκετά ελπιδοφόρο.
Πριν από εκείνη τη δημοσίευση το Runner είχε κιόλας κλείσει τους πρώτους του συνδρομητές. Είχε βοηθήσει βέβαια η προσπάθεια που έκαναν οι δημιουργοί του, ενημερώνοντας αθλητές και προπονητές στο πανελλήνιο πρωτάθλημα ανωμάλου δρόμου εκείνης της χρονιάς. Μόνο εάν κάποιος γνώριζε τον Πολιά ως αθλητή, ή τον έχει μάθει ως προπονητή, θα μπορέσει να καταλάβει πώς αυτό το περιοδικό κατόρθωσε να έχει σταθερή παρουσία στην Ελλάδα για περισσότερο από μία δεκαετία. Η πρώτη συνέντευξη που είχα πάρει από τον Πολιά ήταν μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Ήμουν 20 ετών τότε, στο ξεκίνημα της δημοσιογραφικής μου πορείας. Τον επόμενο χρόνο έτρεξα τον πρώτο μου Μαραθώνιο υποφέροντας και τερματίζοντας στις 3 ώρες.

Με την καθοδήγηση του Πολιά –ως προπονητή πλέον– κατόρθωσα οκτώ χρόνια αργότερα να βελτιώσω εκείνη την επίδοση κατά 30 λεπτά. Αυτό που καταφέρνει να περάσει στους αθλητές του είναι η μεθοδικότητα. Δεν βιάζεται, ούτε πιέζει. Θεωρεί ότι μέσα από τη συνεχή προσπάθεια θα έρθει και η βελτίωση. Έτσι ήταν και ως αθλητής. Σεβόταν τα όριά του και δεν εκβίαζε τα ρεκόρ.
Αυτή τη φιλοσοφία πέρασε και σε άλλους αθλητές του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πολιάς είχε μια αξιοθαύμαστη σταθερότητα σε επιδόσεις και εμφανίσεις. Αργότερα και ο Δημήτρης Θεοδωρακάκος ως αθλητής του ακολούθησε το ίδιο μοτίβο ανεβαίνοντας σχεδόν σε κάθε συμμετοχή του στο βάθρο των νικητών του πανελληνίου πρωταθλήματος Μαραθώνιου.

Δεν έλειπαν βέβαια και οι υπερβολές από το πρόγραμμά του όταν ήταν αθλητής. Όπως λέει, είχε φτάσει να τρέχει μέχρι και 302 χιλιόμετρα την εβδομάδα. Ο μέσος όρος που συμπλήρωνε σε ένα μήνα ήταν τα 1.200 χιλιόμετρα. Μπορεί να έτρεχε το πρωί 15 χλμ, και το απόγευμα να προσέθετε άλλα 25 χλμ. Ή μπορεί να έκανε τουλάχιστον δύο 30άρια την εβδομάδα. Το αργό σε ρυθμό αλλά μεγάλο σε διάρκεια συνεχόμενο τρέξιμο και οι αναρίθμητοι γύροι στο στάδιο Καραϊσκάκη ήταν το σήμα κατατεθέν της προπόνησής του.
Ο ίδιος σπεύδει να εξηγήσει ότι τα τόσα πολλά χιλιόμετρα δεν είναι απαραίτητα για όλους. «Αυτή η υπερβολή ήταν δική μου. Έβλεπα ότι ήταν κάτι που μου ταίριαζε οπότε ήθελα να το εξαντλήσω. Κατάλαβα ότι δε χρειάζονται τόσα πολλά. Αργότερα, και μέσα από το περιοδικό αυτό προσπαθούσα να περάσω και στον κόσμο, ότι χρειάζεται μια καλή βάση για το Μαραθώνιο. Παράλληλα, όμως θα πρέπει να βλέπει ο καθένας πόσο μπορεί να το υποστηρίξει και κυρίως να προσέχει την υγεία του κάνοντας τους απαραίτητους ιατρικούς ελέγχους και εξετάσεις», λέει.

Πώς, όμως, ένας άνθρωπος που έχει στηρίξει την καθημερινότητά του στην αδιάκοπη σωματική προσπάθεια καταφέρνει να περιοριστεί σε μια –κατά κύριο λόγο– καθιστική δουλειά; Τι απωθημένα αφήνει αυτή η μετάβαση; «Η μετάβαση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη εάν δεν έχει κάποιος κάτι να κάνει μετά», λέει. Φέρνει ως παράδειγμα άλλους πρωταθλητές της γενιάς του που σήμερα ασχολούνται με την προπονητική. «Όταν έχεις μάθει σε μια ρουτίνα πάρα πολλά χρόνια, όταν έχεις μάθει να παλεύεις με τον εαυτό σου καθημερινά, σου δημιουργείται ένα άγχος για το πού θα εκτονώσεις όλη αυτή την ενέργεια. Είναι τεράστια ενέργεια. Είμαστε άνθρωποι που έχουμε μάθει να προσπαθούμε διαρκώς, οπότε για εμένα το περιοδικό αποτέλεσε το χώρο όπου διοχετεύτηκε αυτή η ενέργεια. Λειτούργησε ως καταφύγιο, εξισορροπιστικά. Ο πρωταθλητισμός ήταν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου, οπότε όταν αυτό ξαφνικά παύει, είναι μια απώλεια», λέει ο Πολιάς.

Για τον ίδιο, εργασία και αθλητισμός – ίσως όχι όμως στο επίπεδο πανελληνίων επιδόσεων– συνδυάζονται. «Αρκεί να έχεις το σωστό κίνητρο και να ξέρεις τί θέλεις να κάνεις», λέει. Το διάστημα που ετοιμαζόταν για την πρώτη έκδοση του Runner είχε καταφέρει να επιστρέψει στη δράση φτάνοντας σε καλό επίπεδο. Είχε μάλιστα ζητήσει τότε προπονητικές οδηγίες και από τον Ιταλό Ρενάτο Κανόβα, ο οποίος αργότερα έγινε γνωστός μέσα από τους Αφρικανούς δρομείς που ανέδειξε. Φτάνοντας κοντά στην έκδοση του τεύχους όμως, μαζί με άλλες υποχρεώσεις που προέκυπταν έχανε και προπονητικές ημέρες. «Θα μπορούσα να κρατηθώ σε ένα επίπεδο. Να τρέχω στο 2.19 με 2.20 ενδεχομένως. Αλλά για εμένα δεν ήταν αυτό το ζητούμενο. Ο στόχος μου πάντα ήταν να βελτιώνω τις επιδόσεις μου. Οπότε σιγά- σιγά απομακρύνθηκα από το κομμάτι του πρωταθλητισμού και αυτό μου κόστισε πάρα πολύ. Δεν το κρύβω. Ήταν βέβαια μια επιλογή που επιβλήθηκε από την πραγματικότητα», λέει.

Για αρκετό διάστημα πάντως, έστω και σε πιο χαλαρή βάση, κράτησε κάποια επαφή με το τρέξιμο. «Όχι τόσο στενή όσο θα ήθελα, αλλά κατάφερνα να τρέξω έναν με δύο μαραθώνιους το χρόνο, είτε για τις ανάγκες του περιοδικού, είτε απλά για εμένα και πραγματικά το απολάμβανα. Ακόμα και απροετοίμαστος να πήγαινα σε έναν αγώνα, η όλη διαδικασία, η κούραση που νιώθεις στα τελευταία χιλιόμετρα, ήταν κάτι που μου άρεσε. Δυστυχώς τα τελευταία δύο χρόνια έχω σταματήσει να το κάνω, αλλά είναι κάτι που θα ήθελα να συνεχίσω», λέει.

Σταδιακά το Runner έγινε έντυπο αναφοράς για τους δρομείς. Συνέδεσε την πορεία του με το δρομικό κίνημα και την ανάπτυξη του Μαραθώνιου της Αθήνας και, όπως εξηγεί ο Πολιάς, κρατήθηκε μακριά από τη λογική της προβολής σε ο,τιδήποτε μπορεί να αποφέρει έσοδα. «Ποτέ για παράδειγμα δεν βάλαμε διαφήμιση για μαγνητικά βραχιολάκια, γιατί ήταν κάτι που δεν το πιστεύαμε. Αν και μας προσέγγιζαν εταιρείες και θα κερδίζαμε χρήματα από αυτό, δεν ήταν κάτι που προτείναμε στους αναγνώστες μας να φορέσουν. Όπως, και προϊόντα νανοτεχνολογίας ή άλλα πράγματα που έταζαν σίγουρα αποτελέσματα χωρίς να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα», λέει.

Παράλληλα, ήδη από το 2002, ο Πολιάς ήταν ο πρώτος που έφερε στην Ελλάδα το σύστημα ηλεκτρονικής χρονομέτρησης αγώνων. Τότε ξεκινούσε μόνο με τον Μαραθώνιο της Αθήνας και δε φανταζόταν τη διάδοση και αυτού του εγχειρήματος. Πλέον η εταιρεία του αναλαμβάνει τη χρονομέτρηση τουλάχιστον 90 αγώνων το χρόνο σε όλη την Ελλάδα.

Ακόμη και όταν μιλάει για την επαγγελματική του πορεία ο Πολιάς –παρά τις πρωτοβουλίες και τα ρίσκα που πήρε- έχει μια μετριοπάθεια στα λόγια του. Έτσι ήταν και ως αθλητής. Δεν φώναζε ότι ήταν ο καλύτερος όταν έκοβε πρώτος το νήμα. Άλλωστε, όπως λέει και ο ίδιος, «μια επίδοση δε σημαίνει κάτι από μόνη της. Δεν χαρακτηρίζει αυτόματα έναν άνθρωπο με θετικό πρόσημο. Είμαστε κάτι περισσότερο από αυτό που δείχνει το χρονόμετρο».

Δημοσίευση στο Runner 100, του Γιάννη Παπαδόπουλου

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Cherono και Jelagat στον Μαραθώνιο της Βαλένθια - Αποτελέσματα + Oι Έλληνες
Συναρπαστικές κούρσες στην Βαλένθια – Οι επιδόσεις των νικητών και οι Έλληνες
Εορταστικός Αγώνας Δρόμου «Γύρος Καδμείας 2021»
Δείτε την προκήρυξη της διοργάνωσης
Back to Top