«Ψυχαναγκασμοί δρομέων» είναι το άρθρο της Χριστίνας Φωτεινοπούλου από τη στήλη «Ιστορίες του Δρόμου»
Πριν από χρόνια είχα τρέξει στον Μαραθώνιο της Βαρκελώνης. Όλα ωραία, όλα καλά! Είχα κρυώσει το προηγούμενο βράδυ γιατί είχα αφήσει το παράθυρο του ξενοδοχείου ανοιχτό, το πρωί είχα αγχωθεί γιατί είχε αργήσει το μετρό που θα με πήγαινε στην εκκίνηση, είδα ωραία μέρη, είχε μια μεγάλη ανηφόρα, μπλα, μπλα, μπλα. Απ’ όλο τον αγώνα, όμως, ξέρετε τι θυμάμαι σήμερα πιο έντονα; Ότι το ρολόι μου είχε γράψει σχεδόν 900 μέτρα λιγότερα, ότι είχα θεωρήσει γελοίο να μην φαίνονται τα σωστά χιλιόμετρα στην εφαρμογή μου και ότι το είχα αφήσει να γράφει μέχρι να συμπληρωθεί η σωστή απόσταση.
Έτσι, μέσα στην αναμπουμπούλα, είχα αργήσει να πάω να παραλάβω το μετάλλιό μου, το οποίο δεν έλαβα, καθώς οι διοργανωτές δεν είχαν υπολογίσει καλά τις συμμετοχές. Και έτσι βρέθηκα μέσα στην κούραση και με πυρετό να μην έχω ούτε το σωστό χρόνο στο ρολόι μου, αλλά ούτε και μετάλλιο. Τελικά μού έστειλαν το μετάλλιο σπίτι, μου έδωσαν και μια δωρεάν συμμετοχή για την επόμενη χρονιά, αλλά ακόμα θυμάμαι αυτό το συναίσθημα του λάθους και της απογοήτευσης όταν το ρολόι σου σε προδίδει.
«Μα καλά τί σημασία έχει τί έγραψε το ρολόι σου;» θα πει ένας μη δρομέας. Για να απαντήσουμε όλοι οι δρομείς σε αυτό το σύμπαν, και σε άλλα δύο τρία γειτονικά, ότι απλά δεν γίνεται να μην έχουμε μια σωστή απόσταση στην εφαρμογή μας. Από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις στις εφαρμογές είναι η δυνατότητα να σημειώσουμε μόνοι μας την απόσταση σε περίπτωση λάθους, ενώ ουκ ολίγες φορές που έχω σταματήσει το ρολόι μου για κάποιο λόγο και έχω ξεχάσει να το ξαναξεκινήσω, έχω βρεθεί να ψάχνω δρόμο – δρόμο την απόσταση στο Google maps για να την προσθέσω σε ακρίβεια μέτρου μετά στο Strava.
Με τα χρόνια, μάλιστα, και για να αποφεύγω τις κακοτοπιές, έχω μάθει ότι ποτέ μα ποτέ δεν σταματάμε το ρολόι μας κατά τη διάρκεια της προπόνησης. Κοτρώνα να έχει μπει στο παπούτσι μου και να έχω σταματήσει τις διαλειμματικές σε γήπεδο προκειμένου να την βγάλω, εγώ ΔΕΝ σταματάω το ρολόι μου. Γιατί πολύ απλά υπάρχει περίπτωση να ξεχάσω να το ξαναξεκινήσω, και όπως όλοι ξέρουμε, απόσταση που δεν καταγράφηκε, δεν έγινε!
… κάθε μέτρο μετράει και το ρολόι δεν το σταματάμε στην λάθος απόσταση ποτέ.
Λίγα χρόνια μετά απ’ αυτόν, τον περιβόητο για εμένα, Μαραθώνιο στην Βαρκελώνη, γνωρίστηκα με έναν άλλο δρομέα και αρχίσαμε να τρέχουμε μαζί. Σε μία από τις πρώτες μας προπονήσεις τελείωσε πριν από εμένα γιατί ήταν πιο γρήγορος και είχε κάνει δύο τρία μπρος πίσω για να τρέχουμε μαζί. Προφανώς και δεν έθεσε θέμα να σταματήσω κι εγώ προτού ολοκληρώσω τα σωστά χιλιόμετρα και έφυγε να φέρει το αυτοκίνητο γιατί είχαμε παρκάρει μακριά. Όταν με έφτασε, μου έκανε νόημα με τα χέρια του «πόσο;» για να του απαντήσω κι εγώ με τα χέρια μου, γιατί ανάσα δεν έβγαινε, τρεις φορές από τέσσερα δάχτυλα, δηλαδή 1.200 μέτρα ακόμα.
Χωρίς να αναρωτηθεί, χωρίς να διστάσει, χωρίς να δυσανασχετήσει, άπλωσε το χέρι του να πάρει το άδειο παγούρι με το οποίο έτρεχα, και σταμάτησε το αυτοκίνητο για να με περιμένει στα 1.240 μέτρα πιο κάτω. Εδώ να σημειωθεί, ότι δεν παρέμεινε μέσα στο αυτοκίνητο, όχι γιατί βαριόταν, απλά για να αφήσει το περιθώριο να έχουμε κάνει κάποιος από τους δύο λάθος στο μέτρημα και να πάει λίγο πιο κάτω αν χρειαζόταν. Γιατί μην ξεχνιόμαστε, κάθε μέτρο μετράει και το ρολόι δεν το σταματάμε στην λάθος απόσταση ποτέ.
Εγώ από την άλλη, ως γνήσιος ψυχαναγκαστικός δρομέας είχα προσπαθήσει, όχι μόνο να κάνω τα σωστά χιλιόμετρα, αλλά να τα κάνω και σε στρογγυλό χρόνο οπότε είχα επιταχύνει στο τέλος μέχρι εκεί που δεν με έπαιρνε. Όταν επιτέλους τελείωσαν αυτά τα 1.200 μέτρα, ο Σπύρος δεν είχε ασχοληθεί με το να με ρωτήσει αν ήμουν καλά, να ανησυχήσει που έβηχα σαν φυματική ή να θεωρήσει ότι είμαι μια άσχημη, ιδρωμένη, κοκκινισμένη ντομάτα. Είχε απλά πει χαμογελώντας: «Τελικά;» εννοώντας, πόσα χιλιόμετρα μου βγήκαν, σε πόσο χρόνο και με πόσους σφυγμούς.
Κι αυτή η συνεννόηση ήταν αρκετή. Ήταν αρκετή για να καταλάβω ότι απέναντί μου ήταν ένας άλλος παλαβός σαν κι εμένα. Ένας κανονικός, ψυχαναγκαστικός δρομέας ο οποίος στο μέλλον θα καταλάβαινε. Δεν θα μου γκρίνιαζε ότι λείπω για ώρες για μία προπόνηση. Δεν θα μου ζήταγε να βγούμε να τα πιούμε παραμονή ενός long ή ενός αγώνα. Δεν θα αναρωτιόταν γιατί χρειάζομαι άλλο ένα ζευγάρι παπούτσια για τρέξιμο. Και το πιο σημαντικό, δεν θα μου ζήταγε ποτέ να σταματήσω ούτε μέτρο πριν από τα σωστά χιλιόμετρα. Ένας σύντροφος ζωής, δηλαδή. Οπότε προφανώς και παντρευτήκαμε. Και για να μην έχουμε τίποτα περίεργες αποκλίσεις στις μετρήσεις των χιλιομέτρων και χαλάσει ο ψυχαναγκασμός μας, πέρα από τα ίδια παπούτσια, τις ίδιες κάλτσες και τα ίδια καπέλα, αγοράζουμε και φοράμε χρόνια τώρα και τα ίδια ρολόγια!
Δημοσίευση στο Runner Magazine 143, της Χριστίνας Φωτεινοπούλου






























