Χωρίς άλλο ήχο

Από τη στήλη «Τρέχοντας» της Αγγελικής Κοσμοπούλου

FacebookTwitterEmailShare

Βγήκα για το κυριακάτικο τρέξιμο κάπως εκνευρισμένη. Η μέρα ήταν υπέροχη, το καλοκαίρι σε πλήρη ανάπτυξη, αλλά από κακό προγραμματισμό ο πιστός σύντροφος ipod δεν είχε φορτιστεί αποβραδίς, και το τρέξιμο χωρίς μουσική αίφνης δεν έμοιαζε καθόλου θελκτικό. Είχα ήδη αναμετρηθεί για ένα μισάωρο με διάφορες εναλλακτικές, όπως το να βγω αφού το πολύτιμο αξεσουάρ φορτιστεί ή να το αφήσω για αύριο, μα καθώς και τα δύο προμηνύονταν αναβολή προπόνησης, έκανα την ανάγκη φιλοτιμία, αντλώντας από τον πιο πειθαρχημένο εαυτό μου.

Η έκπληξη ήρθε στα πρώτα, σχεδόν, βήματα. Ανεβαίνοντας την πρώτη ανηφόρα, ο διασκελισμός ήταν πιο άνετος από τη διάθεση. Τα πόδια έτρεχαν, κι ας ήταν ακόμα κάπως βραδύς ο νους στα σήματά του. «Τυχαίο», σκέφτηκα, και συνέχισα. Μια κατηφόρα μεγάλη, μια ανηφόρα απότομη, το γνώριμο ανάγλυφο της διαδρομής ξετυλιγόταν μπροστά μου και τα πόδια οδηγούσαν δίνοντας ρυθμό, αντί να ακολουθούν. Πέρασα με άνεση μια δρομέα καλημερίζοντας, χαιρέτισα τον φίλο γείτονα στον παραδοσιακό του περίπατο και μπήκα στο δεύτερο γύρο με διάθεση σαφώς βελτιωμένη από εκείνη της ανόρεχτης αφετηρίας. Και κάπου ανάμεσα στο τέταρτο και το πέμπτο χιλιόμετρο, σχεδόν στη μέση της διαδρομής, ήρθε μια ήρεμη, απλή σκέψη –όχι «επιφοίτηση» φορτωμένη μεγαλοπρέπεια, αλλά σκέψη καθαρή. Τρέχοντας χωρίς μουσική ήμουν πιο συγκεντρωμένη στη στιγμή και σε εμένα, περισσότερο παρούσα.

Στο κλείσιμο του δεύτερου γύρου, με την Αθήνα σε θέα και τον ήλιο ζεστό, ήταν άλλη η αίσθηση που με προσανατόλισε. Η όσφρηση. Μια μυρωδιά ανεπαίσθητη μα, παραδόξως, επίμονη, απ’ αυτές που σε τραβούν απ’ τα ρουθούνια να τους δώσεις σημασία. Χρειάστηκαν κάποια μέτρα να καταλάβω τι ήταν. Πίσω από την αιώνια μυρωδιά της πόλης, πίσω από τη ζέστη της ασφάλτου, έσκαγε η μυρωδιά του καλοκαιριού. Μια δόση συκιάς εδώ, το γιασεμί πιο κάτω, το στεγνό και διψασμένο χώμα. Μυρωδιά σταθερή και αδιάψευστη. Μυρωδιά κανονικής ζωής, πληρότητας, του ελληνικού καλοκαιριού. Φορέας μνήμης, εξοχών, άλλης ανεμελιάς –εκεί, σε μια τυχαία στιγμή. Ταράχτηκα από τη συγκίνηση του τυχαίου.

Έτρεξα τον τελευταίο γύρο με τη μυρωδιά παρούσα, εντονότερη ως ανάμνηση από την πραγματική της υπόσταση. Την κράτησα μαζί μου στα χιλιόμετρα, σαν συντεταγμένη της μέρας και της αίσθησής της. Σαν υπόμνηση μιας στιγμής αλήθειας που μου φανερώθηκε –της αλήθειας πως η πληρότητα υπάρχει στην εμβάθυνση της στιγμής.

Τις προάλλες μιλούσα με μια νεαρή φίλη, προσπαθώντας να την πείσω πως δεν μπορεί να διαβάζει για εξετάσεις ακούγοντας μουσική. Η ίδια επέμενε πως μπορεί, και πως έτσι κάνει πάντα και μπορεί, μα αντέτεινα πως αν κάνεις δύο πράγματα μαζί, συχνά δεν κάνεις κανένα από τα δύο καλά –όπως έλεγαν σε εμένα παλιότερα οι γονείς μου, για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Δεν πέρασε ούτε μέρα για να επιβεβαιωθώ, λέγοντάς το στον εαυτό μου αυτή τη φορά. Ναι, μπορώ να τρέχω και να ακούω μουσική, σαφώς μπορώ. Να χαλαρώνω από τον ήχο, να μεθάω από αυτόν, να τον αφήνω να υπομνηματίζει τη διαδρομή και τη μέρα μου. Μα, φαίνεται πως τρέχω με αισθήσεις μοιρασμένες, άλλες στην κίνηση και τη χαρά της, άλλες στη μαγεία του ήχου. Ναι, ο στόχος επιτυγχάνεται, τα χιλιόμετρα καταγράφονται και η χαρά δε λείπει. Μα αν τρέχω χωρίς παρέα, ούτε καν το μουσικό χαλί στα αυτιά μου, συγκεντρωμένη στη στιγμή, αναδύεται ένας ολόκληρος κόσμος. Με βλέμμα ανοιχτό, με μυρωδιές έντονες, με τα αυτιά ανοιχτά στον εσώτερο κόσμο, κάθε βήμα αθροίζει σε ένα ταξίδι πλούσιο, πέρα από χιλιόμετρα και χρόνο στο δρόμο. Αφήνομαι, ανασαίνω, αδειάζω και γεμίζω, βήμα το βήμα. Χωρίς άλλο ήχο, πέρα από τον δικό μου. Την ανάσα και την καρδιά.

Δημοσίευση στο Runner 99, της Αγγελικής Κοσμοπούλου

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Σχόλια

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Από τη στήλη «Ιστορίες του Δρόμου» της Χριστίνας Φωτεινοπούλου
Από τη στήλη «Τρέχοντας» της Αγγελικής Κοσμοπούλου
Από τη στήλη «Ιστορίες του δρόμου» της Χριστίνας Φωτεινοπούλου
Back to Top