Όρια

Από τη στήλη «Τρέχοντας» της Αγγελικής Κοσμοπούλου

FacebookTwitterEmailShare

«Ανεβαίνω στον διάδρομο», είπα στα αγόρια. «Θα τρέξω μία ώρα». Και το ‘κανα. Έβαλα δροσερό αέρα στο δωμάτιο, πάτησα το «on» του μηχανήματος, έβαλα το πρώτο κομμάτι στο youtube και ξεκίνησα. Σάββατο κι, έχοντας χάσει την ευκαιρία για την αγαπημένη μου πρωινή δρομική βόλτα στην πόλη, δεν θα άφηνα και την προπόνηση να χαθεί. Με μια γρήγορη προσαρμογή, ακολούθησα το εναλλακτικό πλάνο: διάδρομο αλλά με ωραίες μουσικές, για να αντισταθμίσω την σταθερή μου απέχθεια για τις προπονήσεις εσωτερικού χώρου.

Έβαλα το πρώτο τραγούδι για ζέσταμα –δρομικό και ηχητικό μαζί– και ξεκίνησα το ιδιότυπό μου προπονητικό πρόγραμμα: εναλλαγή ρυθμού από τραγούδι σε τραγούδι, σαν μουσικό fartlek προσαρμοσμένο στον ήχο αντί στις συνθήκες του δρόμου. Έπειτα το δεύτερο και το τρίτο. Είχα μόλις μπει στον κανονικό μου ρυθμό, ελπίζοντας να βγάλω σ’ αυτόν ένα ειρηνικό πενηντάλεπτο, όταν άκουσα την πόρτα να ανοίγει πίσω μου. Να ο μικρός τύραννος, με χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και διάθεση για παρέα. «Να μείνω μαζί σου μανούλα;», με ρώτησε, και κάτι στη μαγική λέξη «μανούλα» δεν με άφησε να απαντήσω όχι. «Να μείνεις, αλλά χωρίς να μιλάμε, γιατί θέλω να τρέξω». Δεν ήμουν καθόλου σίγουρη για το αποτέλεσμα –ή μάλλον ήμουν. Με παιδί στο δωμάτιο, δεν θα είχαμε καλά ξεμπερδέματα.

Ο Οδυσσέας κάθησε στον καναπέ διαβάζοντας, κι εγώ συνέχισα από εκεί που είχα μείνει. Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά και ήρθε η ώρα να αλλάξω τραγούδι. Ισορροπώντας τα βήματα στο διάδρομο και το ipad στο χέρι, αναζητούσα το επόμενο. Κι όταν το έβαλα και ακούστηκαν τα πρώτα μέτρα της εισαγωγής, ήρθε η ερώτηση. «Τι ακούς;», είπε. «Θανάση Παπακωνσταντίνου», απάντησα. «Σου αρέσει;», συνέχισε. Όρριιαα…

«Ένα δέκα τοις εκατό του», απάντησα με ειλικρίνεια, «αλλά ψάχνω ένα κομμάτι του». «Αυτό που ακούς τώρα, πάντως, είναι λίγο βλακεία», είπε. Γύρισα στο διάδρομο και συνέχισα, έχοντας αποφύγει έντεχνα την απάντηση.
Έτρεξα δυο λεπτά εν ειρήνη, μέχρι που το τραγούδι τελείωσε και ήρθε η ώρα να αλλάξω. Στη γρήγορη κίνηση του χεριού μου, να σου πάλι ο λαθραίος ακροατής. «Και τώρα τι θα βάλεις;», ρώτησε. «Θα ακούσεις», απάντησα λακωνικά, με τόνο που πίστευα πως δεν άφηνε χώρο για κουβέντα. Η μουσική άρχισε. «Α, το ξέρω αυτό το τραγούδι», συνέχισε. «Είναι καλύτερο από το προηγούμενο, αλλά πάλι δεν είναι και πολύ ωραίο». Προσπάθησα να συγκεντρωθώ και να τον αγνοήσω, μέχρι που στη μέση του τραγουδιού επανήλθε με πρόταση: «Να σου βάλω εγώ ένα τραγούδι που θα σ’ αρέσει;». «Όχι, αγόρι μου, όταν τελειώσω», απάντησα ήσυχα. «Μα θα σ’ αρέσει», επέμεινε.

Αυτό ήταν. Έκλεισα τη μουσική, πάτησα pause στο διάδρομο και τον παρακάλεσα να βγει. Μα η ζημιά είχε ήδη γίνει.
Και δεν ήταν τόσο αυτό το μπρος-πίσω στα βήματα, όσο η παράλληλη ιστορία: η μόνιμη εσωτερική πάλη ανάμεσα σ’ αυτό που θέλω και σ’ αυτό που θέλουν οι άλλοι, η ισορροπία ανάμεσα στα «δικαιώματά μου» και στις «επιθυμίες τους». Προσπάθησα να του εξηγήσω πώς ένιωθα. «Οδυσσέα, το τρέξιμο είναι κάτι που αγαπώ και κάνω για τον εαυτό μου», του είπα. «Είναι η χαρά μου και θέλω όσο μπορώ να το ευχαριστηθώ. Κι όταν πρέπει να σταματάω και να μιλάμε, δεν το ευχαριστιέμαι». Με κοίταξε λίγο δύσπιστος που δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλα μαζί και λίγο απογοητευμένος που η χαρά μου δεν τον περιλαμβάνει. Τότε θυμήθηκα την αξία που πάντα έχουν τα παραδείγματα. «Πώς θα ένιωθες αν έπαιζες ποδόσφαιρο κι εγώ ήμουν δίπλα σου, μέσα στο γήπεδο, μες στα πόδια σου δηλαδή, και σου μιλούσα την ώρα που έκανες τάκλιν;», ρώτησα. «Μα αυτό δε γίνεται», απάντησε. «Με κάποιον τρόπο, αυτό κάνουμε τώρα», είπα. «Συγνώμη μαμά», αγκαλιά, φιλί στα μαλλιά και fast forward σε μια προπόνηση που ήταν ήδη από ώρα χαμένη.

«Την επόμενη φορά που θα τρέξω, θα σε παρακαλέσω να μείνεις έξω και να κάνεις τα δικά σου», είπα αργότερα. Υποσχέθηκε πως ναι. Δεν ένιωθα χαρούμενη, όπως δεν νιώθει κανείς γονιός χαρούμενος αν πιστεύει πως έχει στενοχωρήσει το παιδί του. Μα ήξερα πως αν δεν επέμενα, αν δεν έβαζα όρια πρώτα για εμένα κι έπειτα για το σπίτι, θα έχανα κάτι σημαντικό: τη δυνατότητα να προστατέψω αυτή τη μία ώρα τη μέρα που τρέχω. Μία μόλις ώρα, σε μια μέρα γεμάτη δουλειές, υποχρεώσεις και πήγαινε-έλα σε ραντεβού και δραστηριότητες. Και είμαι σίγουρη πως με αυτό το φαινομενικά μικρό μα ουσιαστικό βήμα που προστατεύει αυτό που είναι σημαντικό για μένα, θα μάθει κι εκείνος να προστατεύει τα δικά του σημαντικά, βάζοντας όρια. 

Δημοσίευση στο Runner 98, της Αγγελικής Κοσμοπούλου

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Σχόλια

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Από τη στήλη «Στο μυαλό των δρομέων» της Νέλλης Αμπραβανέλ
Η ιστορία μίας μεγάλης απάτης
Από το Ιστορίες του Δρόμου της Χριστίνας Φωτεινοπούλου
Back to Top