Ο δρόμος σε ταπεινώνει

Από τη στήλη «Τρέχοντας» της Αγγελικής Κοσμοπούλου

FacebookTwitterEmailShare

Τον γνώρισα δυο καλοκαίρια πριν, στις διακοπές. Ιδιοκτήτης του παράκτιου μπαρ που αγαπούσαμε στο νησί, μας σέρβιρε συχνά τα βράδια παγωτά και ποτά και ήταν δύσκολο να μην σταθεί το βλέμμα επάνω του. Σωματώδης, με τον τρόπο των αγοριών των γυμναστηρίων και των αναβολικών –τεράστια μπράτσα, στέρνο ευρύ, πολλά τατουάζ και αναμφισβήτητη διάθεση επίδειξης αυτού του «οικοδομήματος»– περιέφερε τον εαυτό του με αυτοπεποίθηση που ξεχείλιζε. Ένα βράδυ, σε μια από τις κουβέντες που κάναμε, ανέ-φερα τυχαία πως τρέχω. Με κοίταξε με απαξία, απαντώντας με την επωδό που συνήθισα στα χρόνια: «Τρέξιμο, ε; Μα δεν βαριέσαι;

Τι κερδίζεις από αυτό;». Δεν απάντησα καν. Μεγάλωσα αρκετά πλέον για να ξέρω πως υπάρχουν φορές που δε χρειάζεται καν να υπερασπιστείς αυτό που είσαι κι αυτά που αγαπάς –πως είναι καλύτερο να αφήνεις τη σιωπή να κάνει τη δουλειά της.

Έναν χρόνο αργότερα, τον φετεινό Αύγουστο, συναντηθήκαμε ξανά. Ο φίλος μας ήταν αγνώριστος, με εμφανή τα σημάδια μιας νέας καθημερινής πρακτικής, αδιαμφισβήτητα για τους δοκιμασμένους στους δρόμους. Την πρώτη μέρα δεν είπαμε τίποτα, αφήνοντας την αλλαγή να «σταθεί» από μόνη της. Τη δεύτερη η ερώτηση ήταν ευθεία, όπως και η απάντηση. «Σταμάτησες τα βάρη κι άρχισες να τρέχεις;”, ρώτησα, για να αποκριθεί: «Ναι, άρχισα να τρέχω στο βουνό και έχω τρέξει ήδη μια δεκάδα αγώνες μέσα στο χρόνο». Το πρόσφατα στεγνωμένο σώμα και το πανάκριβο χρονόμετρο που έφερε περήφανα στον αριστερό καρπό πιστοποιούσαν την αλήθεια των λεγομένων του και το βλέμμα του ήταν κάπως αφ’ υψηλού για εμάς, τους ταπεινότερους αθλητές, που δεν μετείχαμε στο extreme σπορ της καρδιάς του. Μα καθώς το τρέξιμο διδάσκει εκτός άλλων πολλών και τη μεγαλοθυμία, δεν ήταν ώρα για άλλες κουβέντες.

Στις μέρες που ακολούθησαν, τον έβλεπα συχνά στο δρόμο και στη δουλειά, και λέγαμε μια-δυο κουβέντες ανάμεσα σε σερβιρίσματα και καληνύχτες. Εκείνος ήταν πάντα στο πνεύμα του ίδιου ρόλου: εκείνου του δυνατού αθλητή. Ένα βράδυ τον ρώτησα αν θα πάρει μέρος στον κλασικό μαραθώνιο. Η απάντηση ήρθε κοφτή: «Όχι, δεν θα τρέξω την κλασική, είναι εύκολος αγώνας. Θα κάνω αγώνες βουνού που έχουν περισσότερες απαιτήσεις». «Την έχεις τρέξει ποτέ;» επανήλθα με ενδιαφέρον. «Όχι», απάντησε, «μα είναι εύκολος αγώνας κι εγώ θέλω τα δύσκολα». Κατάλαβα και σταμάτησα εκεί, χωρίς να αποπειραθώ άλλη συνομιλία. Εγκλωβισμένος ανάμεσα στην αυταρέσκεια και στον ενθουσιασμό, ανάμεσα στην αναζήτηση ενός νέου σκοπού και στην ανάγκη της σημαντικότητας έχανε ήδη το μέτρο. Και, μαζί με το φθίνον μέτρο, τέντωνε στα άκρα το εσωτερικό του νήμα, εκείνο που συνδέει αυτό που ονειρευόμαστε με τον τρόπο που το πλησιάζουμε μέρα με τη μέρα.  Θυμήθηκα μια αξέχαστη συζήτηση με τον Bill Rodgers, τον κορυφαίο Αμερικανό μαραθωνοδρόμο, μια εικοσαετία πριν. Ήταν το ’94 στη Βοστόνη, λίγους μήνες πριν αρχίσω να τρέχω. Ο πατέρας μου, δήμαρχος της Ολυμπίας τότε, έφερνε με δική του πρωτοβουλία μια μικρή αγριελιά από τον τόπο του για να τη φυτεψει στο στάδιο της Βοστόνης, για να στεφανώνει, όπως ήθελε, τους νικητές του μεγάλου μαραθωνίου της πόλης. Συναντηθήκαμε στις παρυφές της τελετής και στη συζήτηση τον ρώτησα μεταξύ άλλων πώς είναι να τρέχεις μαραθώνιο –με την αφέλεια του ανίδεου που απευθύνεται στον πρωταθλητή. Με κοίταξε ήσυχα κι απά-ντησε απλά, σαν να μετέφεραν τα λόγια του μια αδιαφισβήτητη αλήθεια: «Ο μαραθώνιος είναι μοναδικός. Είναι το ωραιότερο άθλημα. Αλλά σε ξετινάζει. Στα παίρνει όλα. Και δεν πρέπει ποτέ, μα ποτέ, να τον υποτιμήσεις». Θυμήθηκα αυτή τη φράση πολλές φορές στην εικοσαετία που μεσολάβησε, όταν είχα ήδη αρκετές προσωπικές παραστάσεις για να καταλάβω τι εννοούσε. Όταν ήξερα πια για τα καλά πως όσο κι αν προσπαθείς, όσο κι αν δυναμώνεις, όσο κι αν συγκεντρώνεις τη σκέψη στο επόμενο βήμα, στον επόμενο στόχο, στην νέα πρόκληση, δεν πρέπει να παρεκκλίνεις από την ταπεινότητα. Πρέπει να βρίσκεις ισορροπία ανάμεσα στην επιδί-ωξη –το επιθυμητό μετά– και στην εγγενή ανθρώπινη αδυναμία που κάποτε σε τραβάει πίσω. Να ζητάς τα καλύτερα, μα να θυμάσαι πως υπάρχουν όρια και ήττες, πισωγυρίσματα και τραυματισμοί. Να ξέρεις πως δίπλα στην προπόνηση του σώματος, δίπλα στο χρονόμετρο και στον ανοιχτό δρόμο, υπάρχει η εσωτερική διαδρομή που αναζητά τη δική της ισορροπία, κάποτε αντίθετα προς το σώμα. Δεν σε τραβάει πάντοτε πίσω, αρκεί να θυμάσαι πως υπάρχει –όπως τα όρια  της ζωής γενικότερα. Αρκεί να μην την υποτιμάς και να τη σέβεσαι ως δυνατότητα και πιθανή κατάληξη, πέρα από τις καλύτερες προθέσεις.  Το τελευταίο βράδυ πριν φύγουμε απ’ το νησί, τον είδα να περπατά με δυσκολία. Δεν ήθελα να ρωτήσω μα ήρθε μόνος στο τραπέζι μας να ρωτήσει αν ξέρουμε πώς αντιμετωπίζεται ο οξύς πόνος στο πέλμα. «Μάλλον το παράκανα με τις πέτρες και τις ανηφόρες», είπε. Δεν απάντησα. Δεν ξέρω από γιατροσόφια για να τα μοιραστώ ευρέως, κι αυτό που ξέρω –αυτό που μόλις σας είπα– δεν μεταφέρεται με εύκολα λόγια. Βιώνεται με τις μέρες και με τις ήττες μας, σε χρόνο προσωπικό.

Δημοσίευση στο Runner νο. 78, της Αγγελικής Κοσμοπούλου.

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Σχόλια

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Από τη στήλη «Τρέχοντας» της Αγγελικής Κοσμοπούλου
Από τη στήλη «Ιστορίες του δρόμου» της Χριστίνας Φωτεινοπούλου
Ιστορίες του δρόμου, της Χριστίνας Φωτεινοπούλου
Back to Top