Οι διαδρομές του

Από τη στήλη «Τρέχοντας» της Αγγελικής Κοσμοπούλου

FacebookTwitterEmailShare

Ένα απ’ τα πολλά αστεία μας με τον πατέρα μου ήταν η ικανότητά μας να γράφουμε «από πανηγυρικό μέχρι επικήδειο», όπως έλεγε εκείνος. Ήταν μια φράση που άρχισε να λέει όταν εξελέγη δήμαρχος, τότε που οι ανάγκες της νέας του απασχόλησης ξεπερνούσαν τη ρητορική της δικηγορίας – και που αργότερα άρχισα να χρησιμοποιώ κι εγώ, όταν άρχισε να περιγράφει και τη δική μου δουλειά. Πίσω απ’ το αστείο, δεν είχα φανταστεί ποτέ πως θα έγραφα τον δικό του επικήδειο – ούτε πως θα μιλούσα για εκείνον δημόσια την ύστατη ώρα του. Κι όμως βρισκόμουν εκεί, σε μια εκκλησία κατάμεστη από φίλους και συγγενείς, προσπαθώντας να ψελλίσω τα λόγια που ένιωθα πως του πρέπουν, γραμμένα με τρεμάμενο χέρι σ’ ένα τσαλακωμένο χαρτί.
Στάθηκα αμήχανα μπροστά στο τέμπλο. Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για τον γονιό σου με αντικειμενικότητα.
Δεν γίνεται να σκιαγραφήσεις τη ζωή του, να περιγράψεις γεγονότα, να παρουσιάσεις τυχόν επιτεύγματα, να επιλέξεις τις μεγάλες στιγμές. Δεν προσπάθησα καν.
Αυτό που προσπάθησα ήταν να καταγράψω, κατά το δυνατόν, την αίσθηση που αφήνει μια σχέση ζωής, σε μια στιγμή που χαρακτηρίζει τη ζωή όσο λίγες. Θυμήθηκα τις παρέες του, τους φίλους του, τα ξενύχτια μας, τα ταξίδια στον κόσμο. Τα ούζα του Σαββάτου – πολλών Σαββάτων – και τις κουβέντες μας. Κάτι φορές στο γήπεδο, παλιά. Θυμήθηκα τα ανέκδοτα και τις ιστορίες του. Θυμήθηκα το αστραφτερό του πνεύμα, την καθαρή του σκέψη και μια βαθιά καλλιέργεια που με μάγευε, κι ας μην την έβγαζε μπροστά. Θυμήθηκα τα χέρια του στα δέντρα του κήπου μας, στις πορτοκαλιές και στις ελιές των παππούδων, όταν προσπαθούσε να μάθει και να μιμηθεί τις κινήσεις τους. Θυμήθηκα τα χέρια του και το χάδι τους. Τα λόγια του. Την αγκαλιά του. Θυμήθηκα τη ματιά του στις γυναίκες. Θυμήθηκα την αγάπη του για τον τόπο του, την Ολυμπία – αγάπη ερωτική, που ξεπερνούσε τη γεωγραφία.
Τελείωσα τα λίγα λόγια που διάλεξα να πω και ακολούθησα, με τους φίλους, τα τυπικά – πορεία αποχαιρετισμού με κλάματα, γέλια, ιστορίες απ’ τη ζωή του, απ’ τη ζωή μας. Νύχτα πια, όταν έφυγαν όλοι, ξάπλωσα ανακουφισμένη και κοιμήθηκα βαθιά, λυτρωτικά. Μα το πρωί, όταν άρχισε να χαράζει, ήταν σαν να άδειασε όλη μου η ύπαρξη. Ανήμπορη να κουνηθώ, μουδιασμένη, έμεινα ώρες στο κρεβάτι, αγνοώντας τηλεφωνήματα, επισκέψεις και παραινέσεις να μη στενοχωρηθώ. Εκεί, στη σιωπή, πίσω απ’ τα μισόκλειστα παραθυρόφυλλα, μέσα στις καλοκαιρινές μυρωδιές που μ’ έφταναν, αφέθηκα στη μνήμη. Στα τελευταία λόγια, τα πιο πρόσφατα – κι από εκεί στα παλιά, όλο και πιο πίσω, όλο και πιο βαθιά. Κι όταν ο ήλιος κόντευε να δύσει, είπα να τον αποχαιρετίσω με τον δικό μου τρόπο. Έδεσα τα κορδόνια μου και γλίστρησα στην ασφαλτο, κι από κει στις χωμάτινες διαδρομές του τόπου του. Τα βήματά μου πέρασαν από αμπέλια και λιόδεντρα, δίπλα στις όχθες του Αλφειού, ανάμεσα σε φρεσκοποτισμένα χωράφια και αρχαία σπαράγματα. Εκεί, στον «κάλλιστο της Ελλάδος τόπο», τον είδα ξανά να γελάει και να λέει ιστορίες, να τραγουδά και να γράφει. Τον θυμήθηκα να μιλά απ’ το Στάδιο σ’ όλο τον κόσμο, περήφανο παιδί της Ολυμπίας – κι αργότερα να κλαίει πάνω απ’ τα καμένα δέντρα στις εξοχές της. Τον είδα να με περιμένει τα Κυριακάτικα πρωινά στο περιβόλι του με παγωμένο νερό, όταν διάλεγα να τελειώσω κοντά του τις μεγάλες, μοναχικές δρομικές διαδρομές. Τον θυμήθηκα χρόνια πριν, πριν καν γίνω δρομέας, να φυτεύει γεμάτος συγκίνηση μια αγριελιά της Ολυμπίας στο στάδιο της Βοστόνης, για να στέφει τους νικητές του μαραθώνιου.
Τον είδα ξανά να μας υποδέχεται, μαζί με τον άντρα και τον αδελφό μου, για να μας περάσει με περηφάνεια στο λαιμό τα μετάλλια του τερματισμού – ξεχωριστούς στα μάτια του, ανάμεσα σε τόσους δρομείς. Έτρεχα δακρυσμένη μέχρι που νύχτωσε, στους μαλακούς λόφους και στα χωράφια. Κι εκείνος όλο άνοιγε γνωστούς και άγνωστους δρόμους για να περάσω – όπως ξέρω πως θα χαράζει αθέατα τις διαδρομές μου από δω και πέρα, χωρίς εκείνον, μα μ’ εκείνον μαζί… 

Δημοσίευση στο Runner νο. 48, της Αγγελικής Κοσμοπούλου

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Σχόλια

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ως δρομείς γνωρίζουμε ότι το σημαντικότερο όλων είναι ο προγραμματισμός και η σκληρή δουλειά. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν με συνέπεια, για να κάνουμε το «επόμενο βήμα» που θα μας οδηγήσει σε μία καλύτερη κατάσταση.
Από τη στήλη «Ιστορίες του δρόμου» της Χριστίνας Φωτεινοπούλου
Back to Top