Στη βροχή

Η στήλη «Τρέχοντας» της Αγγελική Κοσμοπούλου.

Share

Την περασμένη εβδομάδα έτρεξα δύο φορές στη βροχή. Την πρώτη, μεσοβδόμαδα, ένα συνηθισμένο πρωινό πριν τη δουλειά, ξεκίνησα για τη χαλαρή αθηναϊκή διαδρομή μου. Αφήνοντας τον Οδυσσέα στη στάση του σχολικού, διέσχισα τον Εθνικό Κήπο και περίμενα υπομονετικά στο φανάρι για να περάσω στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Και τότε ξεκίνησε. Μια απαλή βροχή στην αρχή που γρήγορα δυνάμωσε.

Και δυνάμωνε. Μέχρι να φτάσω στην είσοδο της Ακρόπολης, ήταν τόσο δυνατή που τα πόδια μου ήταν βουτηγμένα για τα καλά στο νερό. Η λογική σκέψη θα ήταν να βρω ένα ήσυχο μέρος – μια μαρκίζα, ας πούμε, ή ένα περίπτερο – και να περιμένω υπομονετικά να περάσει. Δεν ήμουν, ωστόσο, σε κλίμα λογικής. Έβαλα το ipod στην τσέπη του κολάν για να μη διαλυθεί εντελώς, σκούπισα μάταια το νερό που κυλούσε στο πρόσωπό μου και συνέχισα ως την κορυφή της ανηφόρας. Κι από εκεί κατηφόρισα προσεκτικά ως τον Κεραμεικό, χωρίς να κάνω ούτε μια παράκαμψη, ούτε μια έκπτωση στη διαδρομή μου. Έπειτα ανηφόρισα αργά και σταθερά στο δρόμο της επιστροφής, απολαμβάνοντας κάθε βρεγμένο βήμα.

Στη διαδρομή πέρασα μέσα από αθηναϊκούς χείμαρους, βράχηκα απ’ τα απόνερα των περαστικών αυτοκινήτων μα δε σταμάτησα. Μια ώρα αργότερα, έφτασα στην πόρτα μου βρεγμένη ως το κόκαλο μα ευτυχής. Σαν η βροχή να είχε ξεπλύνει, στη δύναμή της, κάτι δύσκολους τελευταίους μήνες που με βασάνιζαν με ασυνήθιστη ένταση. Αλλάζοντας τα ρούχα, ήμουν ήδη καινούργια. Λίγο η ευεξία του πρωινού τρεξίματος, λίγο η αίσθηση του παιχνιδιού στην μπόρα, λίγο το ασυνήθιστο του μικρού μου τολμήματος, ένιωθα υπέροχα.

Λίγες μέρες αργότερα, βρέθηκα Σάββατο πρωί στην εξοχή. Από το βράδυ είχα σχεδιάσει να βγω για πρωινή βόλτα και είχα ετοιμάσει τα ρούχα στην καρέκλα για να μην ξυπνήσω πρωί-πρωί τα αγόρια. Απ’ το κρεβάτι άκουγα τη βροχή να πέφτει όλη τη νύχτα, χωρίς σταματημό. Κι όταν άνοιξα τα μάτια μου τα χαράματα, συνέχιζε με αμείωτη ένταση. Η πρώτη σκέψη ήταν να μείνω μέσα. Να πιω ειρηνικά τον καφέ μου στο κρεβάτι, να διαβάσω το βιβλίο μου, να απολαύσω τη σπάνια ησυχία και το τζάκι. Μα κάτι, πάλι, δεν μου πήγαινε.

Σηκώθηκα και ντύθηκα στο σκοτάδι. Έδεσα τα κορδόνια μου, έδεσα τα μαλλιά μου σφιχτά, έβαλα μουσική και έφυγα. Αδιάβροχο δεν είχα μαζί μου – πού μυαλό για τέτοια πρόβλεψη. Στα πρώτα βήματα ένιωθα το σώμα να αντιστέκεται στο ασυνήθιστο και στο κρύο. Γρήγορα αποφάσισα πως θα συνεχίσω και πήρα να ανεβαίνω την εντυπωσιακή ανηφόρα που με περίμενε. Δεξιά και αριστερά μου πορτοκαλιές κι ελιές γεμάτες καρπούς, κυκλάμινα, κουκουνάρια.

Μυρωδιές. Στο πιο ψηλό σημείο του λόφου, εκεί που ξέρεις πως έφτασες και ξεκινάς την επιστροφή, έφτασα όσο πιο κοντά μπορούσα στο γκρεμό για να δω τη θέα. Στα πόδια μου, μακριά και χαμηλά, απλωνόταν η κοιλάδα της Ολυμπίας. Πορτοκαλιές καταπράσινες και λαμπερές, κάμπος, μαλακοί λόφοι και στη μέση τους φυτεμένες οι αρχαιότητες. Πιο πίσω ο Αλφειός φουρτουνιασμένος απ’ τη βροχή και τον άνεμο. Τα μέρη μου, τα μέρη των καλοκαιριών μου. Έμεινα αρκετά στη βροχή, στον ορίζοντα, στη μοναδική αίσθηση του χειμώνα που ξεκινούσε. Στη στιγμή και στην αίσθησή της.

Επιστρέφοντας, δεν με ένοιαζε πια η καταιγίδα, ούτε έδινα σημασία στους οδηγούς που έκαναν σήμα να με πάρουν. Ήθελα να συνεχίσω μόνη μου, στη βροχή. Να χαρώ την εξοχή και τη φύση ως το μεδούλι. Τη μοναδικότητα της διαδρομής αυτής, οικείας μα ποτέ εξαντλημένης μέσα μου.

Λίγο αργότερα, μπροστά στο τζάκι, μαζεύοντας ζέστη, έπρεπε να απαντήσω στους έκπληκτους αγαπημένους μου «γιατί το ‘κανα αυτό». Ένα γλυκό μάλωμα, συνοδευόμενο από το αυτονόητο «θα κρυώσεις». Κι έπειτα μια διαπίστωση: «Μα το ξανάκανες προχτές». Δεν απάντησα, μα ήξερα. Μετά από τα σκαμπανεβάσματα των τελευταίων χρόνων, μετά από ματαιώσεις και αναιρέσεις, από την υποταγή σε προγράμματα άλλων και στις ανάγκες της καθημερινότητας, είπα να μην αφεθώ άλλο. Να επιμείνω, όσο γίνεται, στο δικό μου πρόγραμμα.
Στην ανάγκη μου. Και το πρόγραμμα λέει πως πάντα τρέχω Τρίτη, Σάββατο και Κυριακή. Ακόμα κι όταν βρέχει. Ακόμα κι όταν βρέχει Τρίτη, Σάββατο και Κυριακή. Τρέχω για να είμαι εγώ, πιστή σ’ εμένα. Κι ας επιστρέφω λίγο πιο βρεγμένη.

Δημοσίευση στο Runner νο. 72, της Αγγελικής Κοσμοπούλου.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Μαμά έλα, σήκω!
Από τη στήλη «Ιστορίες του δρόμου» της Χριστίνας Φωτεινοπούλου
Να φύγετε! Να πάτε αλλού!
Από τη στήλη «Ιστορίες του Δρόμου» της Χριστίνας Φωτεινοπούλου
Το τρέξιμο είναι υγεία... Σωστά;
Από τη στήλη «Ιστορίες του δρόμου» της Χριστίνας Φωτεινοπούλου
Back to Top