Αυτό το ερώτημα προκάλεσε τους ερευνητές από την Μ. Βρετανία, με επικεφαλής τον James Donaldson, οι οποίοι έκαναν το εξής: Σύγκριναν τις επιδόσεις πάνω από 2,7 εκατομμυρίων δρομέων σε έξι Major Marathons σε όλο τον κόσμο.
Συγκεκριμένα, εξέτασαν τα αποτελέσματα από τους Μαραθώνιους του Βερολίνου, της Βοστόνης, του Σικάγο, του Λονδίνου, της Νέας Υόρκης και του Τόκιο για το διάστημα από το 2010 έως και το 2024 ξεπερνώντας τους 2.756.500 δρομείς (μικρές εξαιρέσεις έγιναν για διοργανώσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν π.χ την περίοδο του COVID-19 ή που δεν είχαν αναλυτικά δεδομένα π.χ. το Τόκιο πριν από το 2015).
Έτσι, η ανάλυση περιελάμβανε αγώνες σε διαφορετικά έτη, σε βάθος χρόνου, αλλά και σε διαφορετικά περιβάλλοντα και χρονικές περιόδους.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στις πόλεις με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις διοξειδίου του αζώτου (NO₂), οι επιδόσεις των δρομέων ήταν, κατά μέσο όρο, πιο αργές!
Μάλιστα, αναλύοντας τα δεδομένα τους κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι ερασιτέχνες δρομείς πλήττονται περισσότερο από τους ελίτ, ενώ το ίδιο συμβαίνει και για τους νεότερους σε ηλικία δρομείς, συγκριτικά με τους μεγαλύτερους!
Τα εν λόγω ευρήματα τονίζουν την ανάγκη να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα και πολιτικές που υπολογίζουν την ποιότητα του αέρα κατά την προγραμματισμένη ημερομηνία διεξαγωγής των αγώνων.
Μάλιστα, οι συγγραφείς προτείνουν στους διοργανωτές να (επαν)εξετάζουν τις ημέρες διεξαγωγής των αγώνων σε συνεργασία με αρχές περιβάλλοντος, καθώς και την ώρα του αγώνα ιδανικά πριν από την ώρα αιχμής της κυκλοφορίας, ώστε να μειωθούν οι συγκεντρώσεις ρύπων.
Συνολικά, η μελέτη επισημαίνει ότι η ποιότητα του αέρα πρέπει να λαμβάνεται ως κρίσιμος παράγοντας στην προετοιμασία και τη διαχείριση αγώνων δρόμου, ώστε να διασφαλιστεί η υγεία και η απόδοση των δρομέων και να προαχθεί η δημόσια υγεία.
Δείτε την έρευνα




























